διαίσθησις
διαίσθησις, clear perception
διαίσθ-ησις, εως, ἡ,
- clear perception, Apolloph.Stoic. 1.90, Numen. ap. Eus. PE 14.9.
percepción aguda, discernimiento
τοῦ μηκέτ' ὄντος
πολλὴν δῆτ' ἔχων ... τὴν διαίσθησιν
διαίσθησις, εως (ἡ) perception, Numén. (Eus. P.E. 739c).
Étym. διαισθάνομαι.
διαίσθησις, ἡ, Wahrnehmung, Sp.