Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δυσζήλως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δυσέρημος
δύσερις
δυσεριστία
δυσέριστος
δυσερμήνευτος
δυσερμία
δύσερμος
δυσερνής
δύσερως
δυσερωτιάω
δυσερωτικός
δυσέσβολος
δυσετηρία
δύσετο
δυσετυμολόγητος
δυσεύναστος
δυσευνάτωρ
δυσευνήτειρα
δυσεύνητος
δυσευνήτωρ
δυσευπόριστος
δυσεύρετος
δυσεύχωστος
δύσεφθος
δυσέφικτος
δυσέφοδος
δυσέψανος
δυσέψητος
δυσζηλία
δύσζηλος
δυσζήλως
δυσζήτητος
δυσζωΐα
δύσζωος
δυσηβόλιος
δυσήβολον
δυσηβόλον
δυσηγορία
δυσήθης
δυσήκεστος
δυσηκής
δυσηκοέω
δυσηκοΐα
δυσήκοος
δυσηλάκατος
δυσήλατος
δυσηλεγής
δυσήλιος
δυσημερέω
δυσημέρημα
δυσημερία
δυσήμερος
δυσήμετος
δυσημής
δυσήνεμον
δυσήνεμος
δυσηνής
δυσηνίαστος
δυσηνιάστως
δυσήνιος
δυσηνιόχητος
…
δυσζήλως
Save
Bailly 2024
δυσζήλως,
adv.
avec jalousie,
Plut.
Alex.
77
.
Étym.
δύσζηλος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}