δυσκατάπρακτος
δυσκατάπρακτος, hard to effect
δυσκατά-πρακτος, ον,
- hard to effect, X. Cyr. 8.7.12 (Comp.).
difícil de realizar
τὸ δὲ δυσκαταπρακτοτέρων ... ἐρᾶν
δυσ·κατάπρακτος, ος, ον, difficile à accomplir, Xén. Cyr. 8, 7, 12, au cp. -ότερος.
Étym. δ. καταπράσσω.
δυσκατάπρακτος, [ρᾱ], schwer auszuführen, Xen. Cyr. 8.7.12.
δυσκατάπρακτος
δυσ-κατάπρακτος, ον
καταπράσσω
- hard to effect, Xen.