δυσκατάπληκτος
δυσκατάπληκτος, hard to keep in awe
δυσκατά-πληκτος, ον,
- hard to keep in awe, Plb. 1.67.4.
1 difícil de asustar, indisciplinado
δυσκατάπληκτοι ... τοῖς ἡγουμένοις
2 no asustado
ὑπὸ μεγάλων φόβων δυσκατάπληκτοι μένουσιν
δυσ·κατάπληκτος, ος, ον [κᾰ] difficile à effrayer, à abattre, Pol. 1, 67, 4.
Étym. δ. καταπλήσσω.
δυσκατάπληκτος, schwer zu erschrecken, Pol. 1.67.4.