δυσήρης Save δυσήρης, difficult LSJ DGE Pape δῠσ-ήρης, ες, difficult, opp. εὐήρης, Suid. δυσήρης -ες difícil Phot.δ 822, Sud., v. δυσβήρης. δυσήρης, ες, schwierig, VLL.