δυσκατάθετος
δυσκατάθετος, hard to bring
δῠσ-κατάθετος, ον,
- hard to bring, πρὸς φιλίαν, f.l. for δυσσυγκάθετος, Iamb. VP 31.194.
δυσ·κατάθετος, ος, ον [ᾰᾰ] mal disposé pour, avec πρός et l’acc. Jambl. V. Pyth. p. 400.
Étym. δ. κατατίθημι.
δυσκατάθετος, schwer zu bestimmen, πρός τι Iambl.