διαιρέτης
διαιρέτης, divider, distributor
διαιρ-έτης, ου, ὁ,
- divider, distributor, Dam. Pr. 273 (pl.).
el que divide o distribuye
διαμερίζει τὸ ἐπιβάλλον ἀγαθὸς δ. ὑπάρχων
κληρούτωσαν ... ἄνδρας πέντε διαιρέτας τῶγ κτημάτων
δικαιοσύνη ... τοῦ πρὸς ἀξίαν δ.
la justicia que reparte premio y castigoδιαιρέται γὰρ οἱ δεύτεροι τρεῖς τῶν προτέρων τριῶν
δ.·
diuisor, expunctor
• ref. a los herejes que dividen la naturaleza de la Trinidad
οἱ τῆς ἀτμήτου φύσεως διαιρέται
los que dividen la naturaleza indivisibleδιαιρέται ... τῆς θεότητος
διαιρέτης, ου (ὁ) celui qui partage, qui distribue, Naz.
Étym. διαιρέω.
διαιρέτης, ὁ, der Trennende, Teilende, Sp.