διαιτητέον
διαιτητέον, one must treat
δῐαιτ-ητέον,
- one must treat, v.l. in Hp. Vict. 1.27, cf. Agath. 4.4.
- 2 c. acc., δ. τὴν τροφόν Sor. 1.93.
1 medic. hay que poner una dieta, hay que tratar
πῶς δ. τὴν τροφόν
2 hay que juzgar
μετ' εὐνοίας δ. αὐτοῖς
διαιτητέον, vb. de διαιτάω, Hpc. 347, 49.