διαίρημα
διαίρημα, part divided, division
διαίρ-ημα, ατος, τό,
- part divided, division, Dam. Pr. 201.
- 2 logical division, Simp. in Cat. 425.1.
- 3 in pl., gloss on φακῶν ἐρέγματα, Erot.
1 parte dividida, uno de los fragmentos divididos que componen un todo
φακῶν ἐρέγματα· ἀντὶ τοῦ διαιρήματα
ἀλλ' ὅμως ἔδει τῶν διαιρημάτων εἶναι τῶν ἐκεῖ ἀριθμόν
2 división lógica
ἀντιδιαίρεσις μέντοι ἐστὶν ἡ κατὰ τὴν αὐτὴν καὶ μίαν τομὴν γινομένη τῶν διαιρημάτων ἀντίθεσις
διαίρημα, ατος (τὸ) pièce, morceau, fragment, Erot. 318.
Étym. διαιρέω.